Στέλιος Καζαντζίδης: «Είμαι τα τραγούδια μου» – Η ζωή, η καριέρα και η μυστική συμφωνία με το κοινό
Σαν σήμερα πριν από 95 χρόνια στις 29 Αυγούστου 1931 γεννήθηκε ο Στέλιος Καζαντζίδης που αγαπήθηκε φανατικά και «Υπάρχει» στις καρδιές των ανθρώπων μέσα από τα αξέχαστα τραγούδια τουΓεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία και έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε την ξενιτιά, τη φτώχεια, τον χωρισμό, την αδικία, την αγάπη και τον καημό ανθρώπων που έβλεπαν στα τραγούδια του κομμάτια από τη δική τους ζωή.
Χρόνια αργότερα, σε συνέντευξή του στην Όλγα Μπακομάρου, θα έδινε ίσως την πιο σύντομη εξήγηση για τη σχέση του με το κοινό: «Εγώ είμαι δημιούργημα του κόσμου».
Η φράση δεν ήταν απλώς ένας τρόπος να περιγράψει την αγάπη, στα όρια του πάθους, του κόσμου για τον ίδιο. Για τον Καζαντζίδη, η σχέση με το κοινό ήταν κάτι πολύ βαθύτερο. Σε άλλη συνέντευξη, στην ίδια δημοσιογράφο, θα μιλούσε για «μια μυστική συμφωνία» ανάμεσα στον ίδιο και τους ανθρώπους που άκουγαν τα τραγούδια του.
Αυτή η σχέση χτίστηκε μέσα σε δεκαετίες. Ξεκίνησε στις λαϊκές γειτονιές της μεταπολεμικής Αθήνας, πέρασε από τα νυχτερινά κέντρα και τη μεγάλη δισκογραφία, συνδέθηκε με τη Μαρινέλλα και με μερικούς από τους σημαντικότερους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού και άντεξε ακόμη και όταν ο ίδιος αποφάσισε να απομακρυνθεί από τη νύχτα.
Τα δύσκολα χρόνια της Νέας Ιωνίας
Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία στις 29 Αυγούστου 1931. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα και από νεαρή ηλικία γνώρισε τη βιοπάλη.
Η επαφή του με το τραγούδι ήρθε μέσα από τις λαϊκές παρέες και τις ταβέρνες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 άρχισε να εμφανίζεται επαγγελματικά και σταδιακά να γίνεται γνωστός στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού.
Το 1952 έκανε την πρώτη του ηχογράφηση για την Columbia, με το τραγούδι «Για μπάνιο πάω» του Απόστολου Καλδάρα. Η πρώτη αυτή προσπάθεια δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία. Ακολούθησαν, όμως, οι «Βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου και η πορεία του άρχισε να αλλάζει.
Ο νεαρός τραγουδιστής είχε πλέον βρει τη θέση του. Και η θέση αυτή ήταν δίπλα στους ανθρώπους που είχαν μάθει να ζουν με τις στερήσεις, την ανασφάλεια και τον αποχωρισμό.
Η φωνή της ξενιτιάς και της βιοπάλης
Στη μεταπολεμική Ελλάδα, η ξενιτιά δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια. Ήταν ο πατέρας που έφευγε, ο αδελφός που δεν ήξερε πότε θα επιστρέψει, η γυναίκα που περίμενε, η οικογένεια που προσπαθούσε να επιβιώσει.
Ο Καζαντζίδης τραγούδησε ακριβώς αυτόν τον κόσμο.
Δεν ήταν μόνο η θεματολογία των τραγουδιών του. Ήταν και ο τρόπος με τον οποίο τα ερμήνευε. Η φωνή του είχε μια ένταση που έκανε τον πόνο προσωπικό, σχεδόν βιωματικό.
Ο ίδιος, σε συνέντευξή του στη Σεμίνα Διγενή, θα έδινε χρόνια αργότερα τη δική του εξήγηση:
«Είναι ένας απ’ τους λόγους που τραγουδώ πονεμένα, γιατί τραγουδώ για μένα πρώτα και μετά για τον κόσμο».
Η συνέντευξη αυτή έχει καταγραφεί στο βιβλίο της Σεμίνας Διγενή Αποδελτίωση 2 – Άρθρα και Συνεντεύξεις, στην ενότητα με τίτλο «Στέλιος Καζαντζίδης: Εγώ είμαι τα τραγούδια μου».
Η φράση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η ερμηνεία του δεν έμοιαζε ποτέ αποστασιοποιημένη. Ο Καζαντζίδης δεν παρουσίαζε απλώς ιστορίες άλλων ανθρώπων. Έλεγε ότι τραγουδούσε πρώτα για τον ίδιο.
Καίτη Γκρέυ και Μαρινέλλα
Στη δεκαετία του 1950 η καριέρα του άρχισε να απογειώνεται. Ανάμεσα στις σημαντικές συνεργασίες εκείνης της περιόδου ήταν η Καίτη Γκρέυ, με την οποία συνεργάστηκε από το 1953 έως το 1957. Ακολούθησε η γνωριμία με τη Μαρινέλλα στη Θεσσαλονίκη.
Η συνεργασία τους εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλλιτεχνικά δίδυμα του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Οι δύο τους συνεργάστηκαν για περίπου μία δεκαετία και ερμήνευσαν τραγούδια σημαντικών δημιουργών, ενώ εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα της εποχής.
Ο Καζαντζίδης θυμόταν τη γνωριμία τους χρόνια αργότερα, μιλώντας στην Όλγα Μπακομάρου:
«Με τη Μαρινέλλα γνωριστήκαμε όταν πρωτοδούλεψα στη Θεσσαλονίκη το ’56, δεθήκαμε, κατεβήκαμε στην Αθήνα και συνεργαστήκαμε κάπου δέκα χρόνια».
Για τη μεταξύ τους συνεργασία ήταν εξίσου χαρακτηριστικός:
«Σαν ζευγάρι καλλιτεχνικό οπωσδήποτε διαπρέψαμε, δεν υπήρχαν μεταξύ μας ζήλιες, καβγάδες, είχαμε συνεννόηση με τα μάτια».
Η σχέση τους δεν έμεινε μόνο στη σκηνή. Παντρεύτηκαν, όμως ο γάμος τους δεν κράτησε. Η καλλιτεχνική τους διαδρομή, ωστόσο, είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμά της.
Οι μεγάλοι δημιουργοί
Η φωνή του Καζαντζίδη συνδέθηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους συνθέτες και στιχουργούς της εποχής.
Βασίλης Τσιτσάνης, Μανώλης Χιώτης, Απόστολος Καλδάρας, Γιάννης Παπαϊωάννου, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Χρήστος Λεοντής, Σταύρος Ξαρχάκος, Μάνος Λοΐζος, Άκης Πάνου και Χρήστος Νικολόπουλος είναι μερικά από τα ονόματα που συνδέθηκαν με τη δισκογραφική του πορεία.
Η φωνή του μπορούσε να υπηρετήσει τόσο το κλασικό λαϊκό τραγούδι όσο και διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις. Η ερμηνεία παρέμενε, όμως, αναγνωρίσιμη.
Το 1965 εγκαταλείπει τα νυχτερινά κέντρα
Το 1965, σε μια περίοδο κατά την οποία η καριέρα του βρισκόταν στο απόγειό της, ο Καζαντζίδης πήρε την απόφαση να αποχωρήσει από τα νυχτερινά κέντρα.
Δεν ήταν μια παροδική επιλογή. Χρόνια αργότερα, σε συνέντευξή του στην Όλγα Μπακομάρου, το περιέγραψε ως «απόφαση ζωής»:
«Το 1965, όταν αποφάσισα να μην ξαναεμφανιστώ στα κέντρα, είχα ό,τι ζητούσα από προτάσεις. Εμένα όμως με ενοχλούσε η νύχτα και τα όσα συνέβαιναν στους χώρους της, γι’ αυτό πήρα μια απόφαση ζωής».
Η επιλογή του είχε κόστος. Για έναν τραγουδιστή της εποχής, η πίστα ήταν ο βασικός τρόπος επικοινωνίας με το κοινό. Ο Καζαντζίδης, όμως, είχε ήδη αποφασίσει. «Βρίσκω τόση ζεστασιά στους ανθρώπους»
Η ζωή του μακριά από τα κέντρα ήταν διαφορετική.
Στην περίφημη συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, που προβλήθηκε από την ΕΡΤ το 1981, μίλησε για την καθημερινότητά του κοντά σε αγρότες και ψαράδες.
«Εκεί που διάλεξα και περνάω τις μέρες μου, τους μήνες μου, τα χρόνια μου – αυτά που λείπω από τη δουλειά – βρίσκω τόση ζεστασιά στους ανθρώπους».
Και συνέχιζε: «Είναι τόσο αγνοί άνθρωποι οι αγρότες, οι ψαράδες. Υπάρχει μια ατμόσφαιρα σ’ αυτά τα σπίτια που είναι γνήσια, ανθρώπινη 100%».
Την ίδια περίοδο ο Καζαντζίδης απείχε ήδη 16 χρόνια από τα νυχτερινά κέντρα και πέντε χρόνια από τη δισκογραφία. Η απουσία του, όμως, δεν είχε μειώσει την απήχησή του.
Η «μυστική συμφωνία» με το κοινό
Η μακρά απουσία του δημιούργησε ένα παράδοξο. Ένας τραγουδιστής που δεν εμφανιζόταν στις πίστες και δεν κυκλοφορούσε νέους δίσκους εξακολουθούσε να βρίσκεται στην κορυφή της συνείδησης του κοινού.
Ο ίδιος το είχε παρατηρήσει. Σε συνέντευξή του εξηγούσε: «Το φυσικό είναι ότι ένας τραγουδιστής που παύει να δισκογραφεί και να εμφανίζεται αρχίζει να ξεχνιέται από τον κόσμο. Με μένα συνέβη ακριβώς το αντίθετο».
Και πρόσθετε: «Τότε κατάλαβα ότι ο απλός κόσμος ήταν αυτός που θα στήριζε και θα διατηρούσε μέσα του το φαινόμενο “Καζαντζίδης”».
Όταν η συζήτηση έφτασε στη διαχρονική σχέση του με το κοινό, ο Καζαντζίδης χρησιμοποίησε μια φράση που έμεινε: «Λες και υπήρχε μια μυστική συμφωνία ανάμεσα σε εμένα και το κοινό».
Η σύγκρουση με τις δισκογραφικές
Η αποχώρηση από τις πίστες ακολούθησε μια ακόμη μεγαλύτερη σύγκρουση: εκείνη με τη δισκογραφική βιομηχανία.
Η διαμάχη του με την δισκογραφική εταιρεία είχε ως αποτέλεσμα μια μακρά περίοδο αποχής από τις ηχογραφήσεις.
Το τελευταίο άλμπουμ πριν από την επιστροφή του ήταν το «Υπάρχω», το 1975. Ακολούθησαν περίπου δώδεκα χρόνια χωρίς νέα δισκογραφική παρουσία.
Η απουσία αυτή, αντί να αποδυναμώσει το όνομά του, συνέβαλε στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου μύθου γύρω από τον τραγουδιστή.
Το 1987 επέστρεψε στη δισκογραφία.
Ο Καζαντζίδης είχε πλέον αποδείξει κάτι που λίγοι καλλιτέχνες μπορούν να υποστηρίξουν: ότι το κοινό του μπορούσε να περιμένει.
«Εγώ είμαι τα τραγούδια μου»
Η σχέση του με το τραγούδι ήταν τελικά πιο προσωπική από τη σχέση του με τη δημοσιότητα.
Στην αδημοσίευτη συνέντευξή του στη Σεμίνα Διγενή, η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο Αποδελτίωση 2, ο Καζαντζίδης έδωσε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς αυτοπροσδιορισμούς του: «Εγώ είμαι τα τραγούδια μου».
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η φράση χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος της ενότητας που αφορά τον ίδιο στο βιβλίο της δημοσιογράφου.
Σε εκείνη την ίδια συνέντευξη, όταν η συζήτηση στράφηκε στην κοινωνία και στην κατάσταση της χώρας, ο Καζαντζίδης έλεγε: «Εγώ το μόνο που ξέρω και μπορώ να κάνω είναι να τραγουδάω. Αυτό νομίζω πως είναι αρκετό».
Η φωνή που έμεινε
Ο Στέλιος Καζαντζίδης πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σε ηλικία 70 ετών. Πίσω του άφησε εκατοντάδες ηχογραφήσεις και ένα ρεπερτόριο που συνδέθηκε με μερικές από τις πιο δύσκολες και έντονες εμπειρίες της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Η σημασία του, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των τραγουδιών ή των επιτυχιών. Βρίσκεται στη σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στη φωνή του και στους ανθρώπους που την άκουσαν.
Ο ίδιος το είχε καταλάβει. Δεν θεωρούσε ότι δημιούργησε μόνος του τον μύθο του. Τον απέδιδε στο κοινό.
Και χρόνια αργότερα, όταν προσπάθησε να περιγράψει αυτή τη σχέση με λίγες λέξεις, μίλησε για μια «μυστική συμφωνία». Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και το μυστικό της διάρκειας του Καζαντζίδη. Δεν τραγούδησε απλώς για τους ανθρώπους. Τραγούδησε μαζί τους.
Όπως αναφέρει στον πρόλογο του δίσκου «Υπάρχω»: «Φίλοι μου ο δίσκος που ακούτε αυτή την στιγμή. Έχει τίτλο Υπάρχω και γράφτηκε με την συνεργασία του Πυθαγόρα και του Χρήστου Νικολόπουλου. Ο τίτλος είναι συμβολικός και αφορά εσάς και εμένα. Υπάρχω σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος. Από το καιρό που εσείς οι γνωστοί και οι άγνωστοι φίλοι μου. Με αγαπήσατε και με κάνατε δικό σας. Υπάρχω εφόσον εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι εκφράζω τους καημούς, τα προβλήματα σας, την πίκρα της ξενιτιάς, τον μόχθο του εργάτη, την εγκατάλειψη, την μοίρα του ανθρώπου της συνοικίας και θα υπάρχω όσο υπάρχουν ταπεινοί, αγνοί και τίμιοι άνθρωποι του λαού. Γιατί μόνο στην καρδιά του λαού ζω. Εκεί είναι το σπίτι μου. Εκεί γεννήθηκα. Εκεί θα πάψω κάποτε να υπάρχω. Σας ευχαριστώ».
Το κύκνειο άσμα του ήταν ο δίσκος «Έρχονται χρόνια δύσκολα».