«Στη θέση της Ράνιας θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας – Την σκότωσε και ας μην την είχε ξαναδεί»
«Στη θέση της Ράνιας θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας – Την σκότωσε και ας μην την είχε ξαναδεί»Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Η 36χρονη Ράνια Μπουρνέλη δολοφονήθηκε στην Ανώπολη Χερσονήσου από έναν άνδρα που δεν είχε ποτέ ξαναδεί. Η οικογένειά της αφήνει αιχμές για πιθανές παραλείψεις ειδικών, ζητώντας δικαίωση.
Είναι μία υπόθεση που είχε σοκάρει το πανελλήνιο, καθώς στη θέση της 36χρονης Ράνιας Μπουρνέλη θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς. Ο δολοφόνος της δεν την είχε δει ποτέ πριν στη ζωή του. Αγνοούσε την ύπαρξή της. Δεν γνώριζε το όνομά της, το χρώμα των ματιών της, τη φωνή της.
Στο μυαλό του, ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου ήταν ο «εχθρός». Δεν ήξερε καν αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. Μικρή σημασία είχε. Θα τον έβγαζε από τη μέση και θα πανηγύριζε τη νίκη του.
Η άτυχη κοπέλα επέστρεφε από το νοσοκομείο όπου είχε υποβληθεί σε αιμοκάθαρση. Μόλις είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό της έξω από το σπίτι της, στην Ανώπολη Χερσονήσου.
Όταν αστυνομικοί του επέδειξαν, λίγο μετά την επεισοδιακή σύλληψή του, φωτογραφίες του θύματος, ο 34χρονος Τζερόμ από τη Γαλλία έδειχνε έκπληκτος. Επέμενε ότι «χτύπησε έναν άνδρα». Όπως φέρεται να υποστήριξε, είδε έναν άνθρωπο με κοντά μαλλιά να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο «των κακών που τον καταδίωκαν».
Η εκδίκαση της υπόθεσης έχει προσδιοριστεί για σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου.
Στο βιντεοληπτικό υλικό της δικογραφίας καταγράφεται με σαφήνεια η φρίκη και η παράνοια. Το όχημα κινείται σε ευθεία γραμμή με αυξανόμενη ταχύτητα προς την παθούσα. Ο δράστης δεν επιχειρεί κανέναν ελιγμό για να την αποφύγει ούτε μειώνει ταχύτητα. Τη χτυπά με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου.
Μετά τη σύγκρουση με τη Ράνια, ο Γάλλος προσκρούει στο αυτοκίνητο του θύματος, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το όχημά του. Αρχικά απομακρύνεται λίγα μέτρα από το σημείο, ωστόσο επιστρέφει, ανεβαίνει πάνω στο τουμπαρισμένο όχημα και, όρθιος, αρχίζει να «πανηγυρίζει».
Στη συνέχεια παίρνει το μπουφάν του και διαφεύγει προς το Κοκκίνι Χάνι, όπου και συλλαμβάνεται λίγο αργότερα, έπειτα από επεισοδιακή επιχείρηση της αστυνομίας μέσα σε σούπερ μάρκετ.
Στην Κρήτη ο Τζερόμ είχε φτάσει το 2023 με σκοπό, όπως είχε πει, να ηρεμήσει από τους αγχώδεις ρυθμούς της ζωής του στη Γαλλία. Ήταν υπεύθυνος σε ένα μεγάλο πρότζεκτ που αφορούσε τη βιομηχανία τρένων σε Γαλλία και Ελβετία. Ωστόσο, η πίεση και οι ευθύνες να μην συμβεί κάποιο ατύχημα του δημιούργησαν έντονο στρες και υπερκόπωση.
Σε συνεννόηση με τον γιατρό του αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο «διάλειμμα» για να χαλαρώσει. Έτσι ήρθε στην Ελλάδα. Παράλληλα, ήθελε να απομακρυνθεί για ένα διάστημα και από το οικογενειακό του περιβάλλον, κυρίως από τον πατέρα του, τον οποίο θεωρεί ότι δεν είναι ο βιολογικός του πατέρας.
Να θυμίσουμε ότι λίγες ημέρες πριν από την ανθρωποκτονία, αστυνομικοί τον είχαν μεταφέρει για ψυχιατρική εξέταση στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, καθώς είχε εμφανιστεί στο Τμήμα ισχυριζόμενος ότι ο πραγματικός πατέρας του είναι πασίγνωστος Έλληνας πολιτικός.
Τότε κρίθηκε ότι δεν χρειαζόταν να νοσηλευτεί, καθώς –όπως ειπώθηκε από τον ψυχίατρο– δεν υπήρχε καμία πληροφόρηση για το ιστορικό του, ενώ ο ίδιος ήταν «ήρεμος, συνεργάσιμος, με συγκροτημένο λόγο και ευφυής». Για το σκέλος αυτό της υπόθεση, είχε διαταχθεί προκαταρκτική έρευνα και αποτελεί για την οικογένεια κομβικό σημείο.
Τη μοιραία ημέρα ο 34χρονος είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την Ελλάδα για μερικές εβδομάδες και θα ταξίδευε για Αθήνα μέσω του λιμανιού του Ηρακλείου. Στη διαδρομή προς το Ηράκλειο, όπως υποστήριξε, αντιλήφθηκε ότι τον παρακολουθούσαν.
Υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για «καταζητούμενα πρόσωπα από την Ιντερπόλ». Κάλεσε το 112 και την Αστυνομία και τράβηξε φωτογραφίες των ύποπτων αυτοκινήτων. Όπως περιγράφει, στη συνέχεια κρύφτηκε για κάποιες ώρες μέχρι να φτάσει η ώρα να επιβιβαστεί στο πλοίο.
Στην πορεία, ωστόσο, θεώρησε ότι και άλλα οχήματα τον ακολουθούσαν. Προσπάθησε να επικοινωνήσει εκ νέου με το 112 και την Αστυνομία, όμως –όπως ισχυρίζεται– τον έβαλαν σε αναμονή και δεν του απάντησαν, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
«Εννοείται πως αν δεν μου απαντήσουν την επόμενη φορά, δεν θα σκοτώσω κάποιον. Θέλω να είμαι ευχαριστημένος, να έχω μια γυναίκα, ζωή, παιδί, σκυλί. Θέλω απλά να βρω έναν τόπο ασφαλή, να απομακρυνθώ από όσους με κυνηγούν», φέρεται να είπε στην απολογία του.
Η οικογένεια της Ράνιας ζητά δικαίωση και από την πρώτη στιγμή είχε υποβάλει αίτημα για τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του κατηγορουμένου. Υποστηρίζουν ότι, αν κάποιοι ειδικοί και αρμόδιοι είχαν κάνει σωστά τη δουλειά τους, ο άνθρωπός τους σήμερα θα ζούσε.
«Μας ενδιαφέρει η ανεύρεση της αλήθειας και να μάθουμε ποιοι δεν έκαναν, ενδεχομένως, σωστά τη δουλειά τους και φτάσαμε σε αυτό το αποτέλεσμα. Το κάνουμε για την επόμενη ημέρα, για να μην ξανασυμβεί, για την προστασία του κοινωνικού συνόλου από την ψευδαίσθηση εφησυχασμού κάποιων δημόσιων λειτουργών», αναφέρουν.
cretalive.gr