Η θρυλική κλοπή της Τζοκόντα από το Λούβρο: Το μυστικό μπαούλο, οι χειροπέδες στον Πικάσο και η απρόσμενη συμπάθεια για τον κλέφτη
Το χρονικό της κλοπής που έγινε, σαν σήμερα, πριν από 115 χρόνια και ανάγκασε το μουσείο να αλλάξει τα μέτρα ασφαλείας του - Το θέμα ήταν πρωτοσέλιδο στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου, μονοπωλώντας το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου για μέρεςΗ Μόνα Λίζα ή Τζοκόντα αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα έργα ζωγραφικής στον κόσμο. Το μυστηριώδες χαμόγελο του μοντέλου, το οποίο φιλοτέχνησε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι από το 1503 έως το 1507 στη Φλωρεντία, έχει προκαλέσει αμέτρητες συζητήσεις και αναλύσεις, προσελκύοντας το ενδιαφέρον του κοινού όσο κανένας άλλος πίνακας.
Ωστόσο, το αριστούργημα που από το 1804 εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου δεν ήταν πάντα τόσο διάσημο. Η φήμη του εκτοξεύθηκε όταν, μια μέρα, πριν από 115 χρόνια και συγκεκριμένα στις 21 Αυγούστου του 1911 έκανε φτερά!
Επρόκειτο για μια κλοπή που έκλεισε τα σύνορα της Γαλλίας, οδήγησε τον Πικάσο με χειροπέδες στο αστυνομικό τμήμα και ανάγκασε το Λούβρο να αναμορφώσει ριζικά τα μέτρα ασφαλείας του.
Η στιγμή που έκανε τους Γάλλους να «παγώσουν»
Η είδηση ότι ένας τέτοιος θησαυρός κλάπηκε μέσα από το Μουσείο του Λούβρου προκάλεσε σοκ. Το μεσημέρι της 22ας Αυγούστου 1911, οι Γάλλοι ενημερώθηκαν ότι από την προηγούμενη ημέρα η Μόνα Λίζα είχε εξαφανιστεί. Όπως ήταν φυσικό, το θέμα έγινε αμέσως πρωτοσέλιδο στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου, μονοπωλώντας το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου για μέρες.
Πώς αποκαλύφθηκε η κλοπή
Το πρωί της Τρίτης 22 Αυγούστου, ο ζωγράφος Λουί Μπερού βρέθηκε ξανά στο Λούβρο, μπροστά από τη θέση της Τζοκόντα. Ο Μπερού συνήθιζε να ζωγραφίζει αντίγραφα του πίνακα για να τα πουλά στους επισκέπτες του Μουσείου. Με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσε ότι ο πίνακας έλειπε και έσπευσε να το αναφέρει στον φύλακα. Εκείνος, υπέθεσε πως ο πίνακας είχε μεταφερθεί στο συντηρητήριο. Ένα σενάριο που φάνταζε πιθανό, καθώς την προηγούμενη ημέρα, τη Δευτέρα 21 Αυγούστου, το μουσείο ήταν κλειστό για το κοινό λόγω της καθιερωμένης αργίας.
Έκλεισαν τα σύνορα της χώρας
Όταν οι υπεύθυνοι επισκέφθηκαν το συντηρητήριο, επιβεβαίωσαν τους χειρότερους φόβους τους: η Μόνα Λίζα δεν ήταν εκεί. Αμέσως σήμανε συναγερμός. Οι πόρτες του μουσείου σφραγίστηκαν, τα σύνορα της Γαλλίας έκλεισαν και την υπόθεση ανέλαβε η αστυνομία, με επικεφαλής τον επιθεωρητή Λουί Λεπέν ο οποίος προσέλαβε 60 Γάλλους ντετέκτιβ. Παράλληλα, αρκετά μέλη του προσωπικού του Μουσείου απολύθηκαν, ενώ ο διευθυντής του, Τεοφίλ Ομόλ, ο οποίος λίγους μήνες νωρίτερα κόμπαζε πως κανείς δεν μπορεί να κλέψει τον πίνακα, τέθηκε σε διαθεσιμότητα.
Γοερά κλάματα μπροστά στην άδεια θέση
Ο επιθεωρητής Λεπέν ανακάλυψε την άδεια κορνίζα κάτω από μια σκάλα, πολύ κοντά στο σημείο όπου εκτίθεντο ο πίνακας, επιβεβαιώνοντας οριστικά την κλοπή. Οι έρευνες στράφηκαν αρχικά σε χαμηλόμισθους υπαλλήλους του μουσείου, σε εμπόρους τέχνης, αλλά και σε νεαρούς καλλιτέχνες της αβάν-γκαρντ που απέρριπταν την παραδοσιακή τέχνη. Από την πλευρά τους, οι Παριζιάνοι υποψιάζονταν είτε κάποιον Αμερικανό μεγιστάνα είτε δάκτυλο της Γερμανίας που ήθελε να εκθέσει τη Γαλλία. Όταν το Λούβρο άνοιξε ξανά τις πύλες του στις 29 Αυγούστου, χιλιάδες πολίτες περνούσαν μπροστά από τον άδειο τοίχο κλαίγοντας γοερά.
Χειροπέδες σε Πικάσο και Απολινέρ
Με το βλέμμα του παγκόσμιου Τύπου στραμμένο πάνω της, η αστυνομία δεν σταμάτησε τις έρευνες. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1911, προκάλεσε αίσθηση ανακοινώνοντας τη σύλληψη δύο υπόπτων: του διακεκριμένου γαλλοπολωνού ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ και του τότε ανερχόμενου Ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο.
Οι αρχές έστρεψαν το βλέμμα τους στον Πάμπλο Πικάσο ύστερα από την κατάθεση ενός κλέφτη έργων τέχνης, του Ονορέ Τζόζεφ Γκέρι Πιερέ, ο οποίος ομολόγησε ότι αφαιρούσε μικροαντικείμενα από το Λούβρο για να τα πουλήσει. Ελπίζοντας να εισπράξει την υψηλή αμοιβή που επικηρυσσόταν για πληροφορίες σχετικά με την κλοπή της Μόνα Λίζα, ανέφερε στις Αρχές ότι είχε πουλήσει έναντι αμοιβής δύο ιβηρικά αγάλματα, προερχόμενα επίσης από το μουσείο στον Πάμπλο Πικάσο ενώ άλλα αντικείμενα τα είχε πουλήσει στον ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ.
Μετά την απολογία τους στον ανακριτή, διαπιστώθηκε πως οι δύο άνδρες είχαν στην κατοχή τους κλεμμένα αντικείμενα από το Λούβρο, όμως δεν είχαν καμία εμπλοκή με την εξαφάνιση της Τζοκόντα.
Ο Πικάσο αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα καθώς δεν προέκυψε κανένα στοιχείο εις βάρος του, ενώ ο Απολινέρ αποφυλακίστηκε πέντε ημέρες αργότερα. Ωστόσο, ο Τύπος αναζητούσε ενόχους: «Ο Απολινέρ είναι αρχηγός διεθνούς σπείρας που ήρθε στη Γαλλία για να ξαφρίσει τα μουσεία μας», έγραφε η Paris Journal. Οι ανυπόστατες κατηγορίες και η διαπόμπευση βύθισαν τον ποιητή σε βαθιά μελαγχολία, αμαυρώνοντας σοβαρά τη φήμη του.
Το γράμμα που έβγαλε τις έρευνες από το τέλμα
Επί δύο χρόνια οι έρευνες παρέμεναν σε τέλμα, παρά τις μεγάλες χρηματικές αμοιβές που είχαν προκηρυχθεί. Η ανατροπή ήρθε στις 29 Νοεμβρίου 1913, όταν ο Ιταλός γκαλερίστας Αλφρέντο Τζέρι έλαβε μια επιστολή από το Παρίσι με υπογραφή «Λεονάρντο Βιτσέντσο». Ο αποστολέας ισχυριζόταν ότι είχε στην κατοχή του τον πίνακα και προκειμένου να τον επιστρέψει στην Ιταλία, ζητούσε μια εύλογη αμοιβή.
Κρυμμένη σε ένα μπαούλο η Μόνα Λίζα
Ο Τζέρι, σε συνεννόηση με τον διευθυντή της πινακοθήκης Ουφίτσι, Τζιοβάνι Πότζι, ο οποίος διατηρούσε ισχυρές επιφυλάξεις, έκλεισαν ραντεβού με τον «Βιτσέντσο» για τις 10 Δεκεμβρίου στη Φλωρεντία. Την επόμενη ημέρα, 11 Δεκεμβρίου, ο ύποπτος τους οδήγησε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, «Τρίπολι-Ιτάλια». Εκεί άνοιξε ένα μπαούλο με ρούχα και, ανασηκώνοντας τον διπλό του πάτο, τους αποκάλυψε τον πίνακα. Οι δύο άνδρες διατήρησαν την ψυχραιμία τους, καθώς κυκλοφορούσαν πολλά πλαστά αντίγραφα. Οι Καραμπινιέροι, που είχαν ήδη ειδοποιηθεί, επενέβησαν αμέσως και συνελαβαν τον «Βιτσέντσο».
Ο ξυλουργός που έκλεψε τη Τζοκόντα
Στην ανάκριση αποκαλύφθηκε ότι το πραγματικό όνομα του δράστη ήταν Βιτσέντζο Περούτζια. Ήταν ένας 30χρονος ξυλουργός από το Κόμο, ο οποίος είχε εργαστεί για ένα διάστημα στο Λούβρο. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ενήργησε από πατριωτισμό, θέλοντας να επιστρέψει στην Ιταλία ένα έργο που θεωρούσε ότι είχε κλέψει ο Ναπολέοντας. Ωστόσο, η αλληλογραφία του φανέρωσε ότι το πραγματικό του κίνητρο ήταν το οικονομικό κέρδος.
Κύμα συμπάθειας για τον κλέφτη
Όταν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του πίνακα, δημιουργήθηκε ένα απρόσμενο κύμα συμπάθειας προς τον Περούτζια, καθώς η κοινή γνώμη πείστηκε για τα πατριωτικά του κίνητρα. Με παρόμοια επιείκεια τον αντιμετώπισε και το δικαστήριο, καταδικάζοντάς τον σε ολιγόμηνη φυλάκιση. Στη δίκη, ο Περούτζια αποκάλυψε πως μπήκε στο μουσείο μεταμφιεσμένος σε συντηρητή, κρύφτηκε σε μια ντουλάπα και βγήκε αφού το μουσείο έκλεισε. Στην συνέχεια αφαίρεσε τον πίνακα και τον έκρυψε κάτω από τη φόρμα του ενώ βγήκε ανενόχλητος από το χώρο, μεταφέροντάς τον στο κρησφύγετό του, μόλις ένα χιλιόμετρο μακριά από το Λούβρο.
Αφού εκτέθηκε στο Ουφίτσι και σε άλλα μεγάλα ιταλικά μουσεία, όπου εκατομμύρια άνθρωποι θαύμασαν το χαμόγελό της, η Μόνα Λίζα αποχαιρέτησε το Μιλάνο στις 31 Δεκεμβρίου 1913 ανάμεσα σε 60.000 θεατές. Ταξίδεψε με ειδικά φρουρούμενο τρένο πίσω στο Παρίσι και από τις 4 Ιανουαρίου 1914 βρίσκεται ξανά στη θέση της στο Λούβρο.
Η κλοπή που ενέπνευσε ταινίες και τραγούδια και άλλαξε τα μέτρα ασφαλείας στο Λούβρο
Η μυθιστορηματική αυτή κλοπή θεωρείται η πιο διάσημη στην ιστορία της τέχνης, εμπνέοντας ταινίες και τραγούδια. Ήταν το γεγονός που εκτόξευσε τη φήμη της Μόνα Λίζα, μετατρέποντάς την στο απόλυτο σύμβολο του Λούβρου, καθώς στα δύο χρόνια που χρειάστηκαν μέχρι να εντοπιστεί, εμφανιζόταν σχεδόν καθημερινά στις εφημερίδες. Σήμερα, περίπου 10 εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο σπεύδουν να τη θαυμάσουν πίσω από το αλεξίσφαιρο τζάμι της, προστατευμένη από τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας που καθιερώθηκαν μετά την ιστορική εκείνη ημέρα του 1911.